Κύριε Θ. Λαζαρίδη, ονομάζομαι Αλεξάνδρα Μαυρίδου. Είμαι φιλόλογος & υπηρετώ στο Λύκειο Νευροκοπίου. Γνώριζα ήδη την προσφορά σας ως κτηνίατρος και θαύμαζα την καριέρα σας και την αγάπη σας για τα ζώα, καθώς για ένα μικρό διάστημα υπήρξατε ο γιατρός της πρώτης μου σκυλίτσας και επί δεκαέξι χρόνια τώρα ο γιος σας κουράρει πολλά αγαπημένα ζωάκια-συντρόφους της οικογένειάς μου. Ωστόσο, η γνωριμία μου με την ποίησή σας υπήρξε αιφνίδια κι αναπάντεχη. Βρισκόμουν μαζί με την Κα Ασπασία Μαραβέα- Καρρά στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο στον Πολύγυρο Χαλκιδικής προς τιμή του Αργύρη Μπαρή. Εκεί πληροφορήθηκα από την Κα Ασπασία, η οποία υπήρξε καθηγήτριά μου, για την ποιητική σας συλλογή & ενδιαφέρθηκα να την διαβάσω.
Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν μπόρεσα να διαβάσω τον ποιητικό σας λόγο αφήνοντας κατά μέρος το συναίσθημα και επιστρατεύοντας την ψυχρή φιλολογική τακτική. -Εξάλλου, πιστεύω ακράδαντα ότι δεν διαβάζεται με αυτό τον τρόπο η ποίηση! – Ούτε τώρα σας γράφω ως φιλόλογος με διάθεση κριτική, αλλά ως βαθιά συγκινημένη και άκρως εντυπωσιασμένη αναγνώστρια από την ευαισθησία, την τρυφερότητα, την θέληση για ζωή και γνώση, την αλήθεια, τη μελαγχολία της απώλειας, αλλά και το σθένος, που αποπνέουν οι στίχοι σας. Ένιωσα την ποιητική σας συλλογή «Στίχοι πάνω στην άμμο» ως απολογισμό ζωής ενός ανθρώπου, που πόνεσε, αγάπησε, αγωνίστηκε, ονειρεύτηκε, απογοητεύτηκε, ήλπισε και όλα αυτά τα έκανε με αξιοθαύμαστο ζήλο και πάθος.
Διαβάζοντας τους ακόλουθους στίχους: «Με όρτσα ψυχή/ πάθος ταξιδευτή/ και τα πανιά φουσκωμένα από αγάπη/ στο πέλαγος της ζωής ανοίξου/ και μέθυσε/ και βλάστησε/ και ψάλλε/ κι όσο αντέξει το σκαρί» ανακάλυψα μέσα στον καταξιωμένο επιστήμονα τον γνήσιο καλλιτέχνη. Αυτός ο ιδιάζων συνδυασμός, που σας χαρακτηρίζει, δεν μπορεί παρά να γεννά μια ποίηση μεστή σε νοήματα και άξια να αγγίξει τις ψυχές των αναγνωστών της. Ο λόγος σας μετατρέπει τη μνήμη σε στίχους και διασώζει κάθε σημαντικό σταθμό της ζωής, κάθε σκέψη, πίστη, επιβεβαίωση, διάψευση, ερώτηση, απάντηση δίνοντας το δικαίωμα σε όλους εμάς να διεισδύσουμε στα βιώματά σας, να ταυτιστούμε, να διδαχθούμε, ακόμη και να οικειοποιηθούμε κάποια από αυτά.
Τα «Ερίκια της ντροπής» κυριολεκτικά με συγκλόνισαν! Τα διάβασα και τα ξαναδιάβασα και κάθε φορά ένιωθα το ίδιο σφίξιμο, την ίδια ανάγκη, την ίδια συγκίνηση. Οι μέρες εκείνες της πείνας, της φτώχιας, της κατοχής, της εξορίας του πατέρα σας είναι ολοφάνερο πως έχουν επιδράσει καταλυτικά στον ποιητικό σας λόγο. Δεν έχω ζήσει τέτοιες μέρες, σε τέτοιες συνθήκες, έχω ζήσει όμως με ανθρώπους, όπως ο πατέρας μου κι η κυρία Ασπασία, που τις βίωσαν στο πετσί τους και τους έχω αγαπήσει βαθιά αυτούς τους ανθρώπους, τους θαύμασα για τις αντοχές τους, τη δύναμή τους, το θάρρος τους, την τόλμη τους να διεκδικούν και να ονειρεύονται, έστω και σε αυτές τις συνθήκες. Αυτοί οι άνθρωποι, τέτοιοι άνθρωποι ήταν και είναι καπετάνιοι στο δικό μου ταξίδι ζωής.
Διαβάζοντας την «Ωδή για το σιδηρουργείο του παππού» ερμήνευσα την αγάπη σας για τη μεταλλοτεχνία & εκτίμησα ακόμα περισσότερο τα καλλιτεχνήματα σας, που έβλεπα στην μονοκατοικία της Λεωνίδου, αλλά και στο καινούριο ιατρείο του γιου σας. Είναι κι αυτά μια κατάθεση ψυχής, όπως κι οι στίχοι σας, «μιλούν» με τον τρόπο τους και μαρτυρούν στιγμές πολύτιμες, πρόσωπα αγαπημένα, αγγίγματα, συμβουλές, μυστικά της παιδικής ηλικίας, φόβους και προσδοκίες. Για μένα πια το μέταλλο δεν είναι ψυχρό, το κοιτώ με άλλα μάτια, «δανείστηκα» την οπτική σας και το «βλέπω» πιο καθαρά. Σας ευχαριστώ γι’ αυτό! Μα πιο πολύ σας ευχαριστώ για τον πλούτο των συναισθημάτων, για την απίστευτη συγκίνηση, που δεν μπορώ ειλικρινά να περιγράψω, την οποία ένιωσα διαβάζοντας «Το χειροφίλημα». Πιστέψτε με έκλαψα με λυγμούς. Έκλαψα γιατί υπήρξαν άνθρωποι σαν την γιαγιά σας, τόσο απλοί, τόσο ανόθευτοι, τόσο ειλικρινείς με τον εαυτό τους και τους άλλους. Έκλαψα για την δική σας προσπάθεια, για την αγωνία, για την αναγνώριση και τη δικαίωση, για όλα αυτά τα πολύτιμα και σημαντικά αυτού του χειροφιλήματος. Πώς να μη νιώσει κανείς δέος γινόμενος κοινωνός μιας τέτοιας μνήμης;
Η προδοσία των αξιών, των ανθρώπων, του ίδιου μας του εαυτού είναι ένα ακόμη ποιητικό μότο που επανέρχεται σε αρκετά ποιήματά σας και κάθε φορά το αποδίδεται με τρόπο διαφορετικό, αλλά πάντα διαποτισμένο από πικρία και οργή:«Το χτες περίσσεψε, το αύριο λιγοστεύει». Σας πονά αυτή η προδοσία, την αισθάνεστε βίαιη, να σας κατατρώγει και, νιώθω, πως για να την ξορκίσετε την επαναφέρετε συχνά στο λόγο σας, την αποκαλύπτετε για να καεί στο φως της αλήθειας, την καταγγέλλετε. «Το άσπρο χαρτί η χέρσα σου γη, ποιητή. Κάνε την περιβόλι. Μελάνι το αίμα σου» Αυτός δεν είναι ο λόγος που γράφετε ποίηση; Για να καλλιεργήσετε τη χέρσα γη με τον τρόπο σας, να την κάνετε γόνιμη, εύφορη, με εργαλείο σας τους στίχους, που θυμούνται, ευγνωμονούν, στηλιτεύουν, παροτρύνουν; Αυτή δεν είναι εξάλλου η τεράστια δύναμη των ποιητών; Αυτή είναι κι η δική σας.
Λίγο πιο κάτω στέκομαι στους στίχους «και μην ξεχνάς, μικροπράγματα μας κάνουν ευτυχισμένους/…./ασήμαντες λεπτομέρειες, ταπεινά πράγματα αλατοπιπερώνουν τη ζωή». Πόσο μεγάλη τούτη η αλήθεια! Πόσο απόλυτη! Γιατί την ξεχνάμε; Ό,τι γνωρίζω, αλλά ενίοτε ξεχνώ, από ευκολία ή αλαζονεία-δεν ξέρω!- οι στίχοι σας μου το θυμίζουν κι αυτό κάνει τον ποιητικό λόγο μεστό και άξιο, το να μιλά για τη ζωή έτσι, ώστε να μας υπενθυμίζει να τη ζήσουμε και να μας δείχνει το τρόπο. Τέτοιος είναι κι ο δικός σας λόγος, στιβαρός & ευαίσθητος ταυτόχρονα, απλός & πολυσύνθετος.
Παράλληλα, το ότι ευτύχησα να διαβάσω τα ποιήματά σας για τους σκύλους, που τόσο αγαπάτε, υπήρξε πολύτιμο, ανεκτίμητο δώρο για μένα. Έκλαψα, συγκινήθηκα, ένιωσα κάθε στίχο να τρυπώνει μέσα μου, να γίνεται δικός μου, σαν να τον είπα εγώ, σαν να τον έγραψα εγώ, σαν να τον ένιωσα εγώ. Πόσο οικεία τα λόγια και τα συναισθήματά σας! Λάτρεψα «Τη γλώσσα της ουράς…», διάβασα πολλές φορές την «Ανοξείδωτη αγάπη», ταυτίστηκα με την «Υποδοχή Θεού»… Η πίστη, η ανιδιοτελής αγάπη, η συντροφικότητα των σκύλων σας τροφοδοτούν με έμπνευση γιατί «δεν ξεφτά και δεν ξεβάφει η αγάπη ενός σκύλου», όπως ακριβώς κι η ποίηση, η μεστή κι αληθινή.
Ο ρόλος του ποιητή είναι-πιστεύω- να αφουγκράζεται όσα οι άλλοι προσπερνούν, να συμπάσχει, να πονά και να μετουσιώνει τον πόνο σε δημιουργία. Η ποιητική σας συλλογή μού άφησε ακριβώς αυτή την αίσθηση. Κλείνοντας το γράμμα μου δεν μπορώ να μην αναφέρω την πεμπτουσία της ποίησής σας, έστω όπως εγώ την προσέλαβα: «Τον ύπνο των παιδιών να γεμίσουμε/ γαλήνη, σιγουριά και όνειρα./ Να ένα από τα μεγάλα/ χρέη μας». Ελπίζω να μην σας κούρασα με το πολυσέλιδο γράμμα μου. Σας ευχαριστώ από καρδιάς για το βιβλίο σας! Διαβάζω στίχους σας στους μαθητές μου…
Με εκτίμηση
Αλεξάνδρα Μαυρίδου
Υ. Σ.: Έπεσε στα χέρια μου πριν μερικές μέρες μια εφημερίδα που εκδίδεται στο Δοξάτο της Δράμας. Στην προτελευταία σελίδα της έχει δημοσιευμένο ένα από τα ποιήματά σας. Η διευθύντριά μου στο σχολείο που υπηρετώ, Κα Μαρία Στυλίδου, είναι η εκδότρια της εφημερίδας. Σκέφτηκα πως θα θέλατε να έχετε ένα αντίτυπο και σας το στέλνω μαζί με το γράμμα μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου